ουγγρικά-ελληνικά λεξικό »

el σημαίνει σε ελληνικά

ουγγρικάελληνικά
elégedetlen

δυσαρεστημένος (+ από/με vmivel)◼◼◼

elégedetlenség

δυσαρέσκεια◼◼◼

elégedett

ικανοποιημένος◼◼◼

ευχαριστημένος

ευχαριστημένος (-η-ο) (+ από/με vmivel), ικανοποιημένος-η-ο (+ από/με vmivel)

περιεχόμενο

χαρωπός

elégedettség

ικανοποίηση◼◼◼

elegem van belőled

σε βαρέθηκα

elegendő

επαρκής◼◼◼

επαρκώς◼◼◻

αρκετά◼◼◻

αρκετός (-ή-ό)◼◼◻

υπεραρκετός

αρκώ

eléget

καύση◼◼◼

έγκαυμα

καίω

eleget ettél/ettetek?

χόρτασες;

eléggé

επαρκώς◼◼◼

αρκετά◼◼◼

μάλλον◼◻◻

όντως◼◻◻

καλύτερα

elégia

ελεγεία

elégséges

επαρκής (-ής-ές), (osztályzat) σχεδόν καλώς◼◼◼

επαρκώς◼◼◼

αρκετά◼◼◻

ικανοποιητικός◼◻◻

αρκετός

elégséges élelmiszerellátás

επαρκής εφοδιασμός τροφίμων

elégtelen

ανεπαρκής◼◼◼

ανεπαρκής (-ής-ές), (osztályzat) ανεπιτυχώς◼◼◼

ελλιπής◼◻◻

ατελής

ελλειμματικός

elégtelenség

ανεπάρκεια◼◼◼

elégtétel

ικανοποίηση◼◼◼

elegy

μείγμα◼◼◼

μίγμα◼◻◻

3456

Το ιστορικό σας