ουγγρικά-ελληνικά λεξικό »

eredeti σημαίνει σε ελληνικά

ουγγρικάελληνικά
eredeti

πρωτότυπο◼◼◼

αρχικός◼◼◻

γνήσιος (-α-ο)◼◻◻

νόμιμος◼◻◻

αληθεύει

μονογραφή

πρωτότυπος

αυθεντικός

(valódi) γνήσιος-α-ο, (újszerű) πρωτότυπος-η-ο, (stílusos) αυθεντικός (-ή-ό)

αφετηριακός

eredetigazolás

πιστοποίηση◼◼◼

eredetileg

πρώτα◼◼◼

στην αρχή◼◼◼

eredetiség

πρωτοτυπία◼◼◼

Το ιστορικό σας