ελληνικά-ουγγρικά λεξικό »

(valódi) γνήσιος-α-ο, (újszerű) πρωτότυπος-η-ο, (stílusos) αυθεντικός (-ή-ό) σημαίνει σε ουγγρικά

ελληνικάουγγρικά
(valódi) γνήσιος-α-ο, (újszerű) πρωτότυπος-η-ο, (stílusos) αυθεντικός (-ή-ό)

eredeti