ελληνικά-ουγγρικά λεξικό »

προκαταβολή σημαίνει σε ουγγρικά

ελληνικάουγγρικά
προκαταβολή

előleg◼◼◼

letét◼◼◻

biztosíték◼◻◻

korán◼◻◻

részletfizetés◼◻◻

foglaló◼◻◻

biztonság

fedezet

betét

η προκαταβολή

előleg◼◼◼

υπάρχει προκαταβολή το ενοίκιο ενός μήνα

egy havi előleget kell fizetni a bérletért