ουγγρικά-ελληνικά λεξικό »

vonó σημαίνει σε ελληνικά

ουγγρικάελληνικά
vonó

αψίδα

δοξάρι

τόξο

υποκλίνομαι

υπόκλιση

φιόγκος

felvonó

ανελκυστήρας (ο)◼◼◼

ανυψωτήρας◼◼◻

μεταφορά◼◼◻

ασανσέρ

igavonó állat

ζώο ανθεκτικό στην ξηρασία

személyfelvonó

ασανσέρ

Το ιστορικό σας