ουγγρικά-ελληνικά λεξικό »

karcol σημαίνει σε ελληνικά

ουγγρικάελληνικά
karcol

αμυχή

γδάρσιμο

γρατζουνιά

γρατσουνιά

ξύνω

karcolás

αμυχή◼◼◼

εκδορά◼◼◼

felhőkarcoló

ουρανοξύστης (ο)

felhőkarcolók

ουρανοξύστης