ουγγρικά-ελληνικά λεξικό »

szenved σημαίνει σε ελληνικά

ουγγρικάελληνικά
szenved

εγκαρτερώ

πάσχω

υπομένω

υποφέρω

υφίσταμαι

szenved vmiben

πάσχω (+ από)

szenvedélyes

παθιασμένος

szenvedés

βάσανο

baja esik, (el)szenved, (betegséget) kap

παθαίνω (πάθω)

kínszenvedés

βασανίζω

én ... szenvedek

υποφέρω από ...

Το ιστορικό σας