ουγγρικά-ελληνικά λεξικό »

pete σημαίνει σε ελληνικά

ουγγρικάελληνικά
pete

ωάριο

petefészek

ωοθήκη◼◼◼

Peter Paul Rubens

Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς

petesejt

ωάριο

petevezeték

σάλπιγγα◼◼◼

ωαγωγός

kompetencia

αρμοδιότητα◼◼◼

törvényhozói kompetencia

νομοθετική αρμοδιότητα

Το ιστορικό σας