ουγγρικά-ελληνικά λεξικό »

összetett σημαίνει σε ελληνικά

ουγγρικάελληνικά
összetett

πολύπλοκος◼◼◼

σύνθετος◼◻◻

σύμπλοκο◼◻◻

περίπλοκος◼◻◻

πλέγμα

πολυσύνθετος

összetett szennyezés

σύνθετη ρύπανση

összetettség

πολυπλοκότητα◼◼◼

περιπλοκότητα◼◼◻

a cselekmény elég összetett volt

η ιστορία ήταν περίπλοκη

Το ιστορικό σας