ουγγρικά-ελληνικά λεξικό »

áru σημαίνει σε ελληνικά

ουγγρικάελληνικά
teheráru

μεταφορά◼◼◼

φορτίο◼◼◻

veszélyes áruk

επικίνδυνο εμπόρευμα

veszélyes áruk szabályozása

κανονισμός για (σχετικά με) τα επικίνδυνα εμπορεύματα

veszélyes árukra vonatkozó törvény

νόμος (νομοθεσία) περί επικίνδυνων εμπορευμάτων

virágárus

ανθοκόμος

ανθοπώλης

végkiárusítás

εκπτώσεις σε όλα τα αντικείμενα

zöldségárus

μανάβης

ár (árué)

η τιμή◼◼◼

élelmiszeráruház

σούπερ-μάρκετ (το)

123

Το ιστορικό σας