ουγγρικά-ελληνικά λεξικό »

élesztő σημαίνει σε ελληνικά

ουγγρικάελληνικά
élesztő

η μαγιά◼◼◼

προζύμι◼◼◻

élesztőgomba

ζύμη◼◼◼

élesztővel dúsított liszt

αλεύρι που φωσκώνει (φαρίνα)

Το ιστορικό σας