ελληνικά-ουγγρικά λεξικό »

μαρίνα σημαίνει σε ουγγρικά

ελληνικάουγγρικά
μαρίνα

kikötő◼◼◼

jachtkikötő◼◼◻

tengerparti sétány

tengerparti sétány/ kikötő

(fém) η λαμαρίνα, (hanglemez) ο δίσκος

lemez

ακουαμαρίνα

tengerkék

λαμαρίνα

bádog◼◼◼

lap◼◼◼

lapos◼◼◼