Ungersk-Grekisk ordbok »

függvény betyder på grekiska

UngerskaGrekiska
függvény

συνάρτηση◼◼◼

διαδικασία◼◻◻

λειτουργία◼◻◻

αποστολή◼◻◻

καθήκον

λειτουργώ

Függvény (matematika)

Συνάρτηση◼◼◼

hullámfüggvény

κυματοσυνάρτηση

monoton függvény

μονότονη συνάρτηση◼◼◼

szögfüggvény

τριγωνομετρική συνάρτηση

trigonometrikus függvények

Τριγωνομετρική συνάρτηση

átviteli függvény

συνάρτηση μεταφοράς◼◼◼