dicţionar Maghiar-Greac »

el înseamnă în Greacă

MaghiarăGreacă
élelmiszer

τρόφιμο◼◼◻

διατροφή◼◼◻

το τρόφιμο◼◼◻

τροφή◼◻◻

γεύμα◼◻◻

φαγητό

τρώγω

τρώω

φαΐ

élelmiszer-adalékanyag

πρόσθετο τροφίμων (στα τρόφιμα)

élelmiszer besugárzás

ακτινοβόληση τροφίμων

élelmiszer minőség

ποιότητα των τροφίμων◼◼◼

élelmiszer szennyezőanyag

ρύπος των τροφίμων

élelmiszer tápértéke

θρεπτικήαξία τροφίμων

élelmiszeradag

μερίδα

élelmiszeráruház

σούπερ-μάρκετ (το)

élelmiszerbolt

ߠσούπερ-μάρκετ

élelmiszerfeldolgozó-ipar

βιομηχανία επεξεργασίας τροφίμων/βιομηχανία

élelmiszerfertőzés

προσβολή (παρασιτική μόλυνση) των τροφών

élelmiszerhigiénia

υγιεινή των τροφίμων

élelmiszerigény

τροφικές ανάγκες

élelmiszeripar

βιομηχανία ειδών διατροφής/κλάδος τροφίμων

γεωργικό τρόφιμο

élelmiszerkereskedelem

εμπόριο τροφίμων

élelmiszerszállítás

μετφορά τροφίμων

élelmiszerszennyezés

μόλυνση των τροφίμων (της τροφής)

élelmiszertartósítás

συντήρηση τροφίμων

élelmiszertechnológia

τεχνολογία τροφίμων

élelmiszertermelés

τροφική παραγωγή (γεωργία)

élelmiszertermelés (mezőgazdaság)

τροφική παραγωγή (γεωργία)

élelmiszertudomány

επιστήμη των τροφίμων

élelmiszerüzlet

σουπερμάρκετ◼◼◼

elem

στοιχεία◼◼◼

σημείο◼◼◻

μέλος◼◼◻

θέση◼◼◻

αναφορά◼◻◻

στιγμή◼◻◻

ουσία◼◻◻

κυψέλη◼◻◻

6789