dicţionar Greac-Maghiar »

ουρά înseamnă în Maghiară

GreacăMaghiară
ξεκουράζομαι

pihen

ξεκουράζομαι (-στώ)

kipihen

ξεκουράζω

maradék

pihentet

pihentet (→ ξεκουράζομαι pihen, kipiheni magát)

pihenés

ξεκουράστηκες;

kipihented magad?

περιμένετε στην ουρά;

sorban áll?

πολυχλωριωμένο διβενζοφουράνιο

poliklórozott dibenzofurán

σαμουράι

szamuráj

σγουρά μαλλιά

göndör haj

σουσουράδα

billegető

το κουράγιο

kitartás

φρουρά

gárda◼◼◼

őr

12