Maďarčina-Gréčtina slovník »

szikla znamená v Gréčtina

MaďarčinaGréčtina
szikla

βουνοπλαγιά

βράχος, ο

κλιτύς

ογκόλιθος

πέτρα

πέτρωμα

πέτρωμα/βράχος

πρανές

ροκ

szikla, kőszirt

κρημνός

sziklafal

γκρεμός

sziklapárkány/zátony

ύφαλος/ξέρα

kő/szikla

βράχος

πέτρωμα

πέτρωμα/βράχος