Magyar-Görög szótár »

ott görögül

MagyarGörög
ott

ι◼◼◼

επειδή◼◼◻

αφού◼◼◻

καθόσον◼◻◻

εκεί (ekí)

εκεί πέρα

ott találkozunk

θα σε συναντήσω εκεί

ott tűz van

υπάρχει φωτιά

otthagy

αφήνω

άδεια

φεύγω

otthon

σπίτι◼◼◼

σπίτι (spíti)◼◼◼

να◼◼◼

στο σπίτι◼◼◻

κατοικία◼◼◻

οικία◼◼◻

εστία◼◻◻

περιβάλλον◼◻◻

σπιτικό (spitikó)◼◻◻

οίκος

otthon vagyok és a gyerekekkel foglalkozom

μένω σπίτι και προσέχω τα παιδιά

otthon van Kosztasz? - nem hiszem

είναι στο σπίτι ο Κώστας; - δε νομίζω

otthonos

άνετος

otthonról dolgozom

δουλεύω από το σπίτι

Otto von Bismarck

Ότο φον Μπίσμαρκ

(+ birtokos eset) előtt

ενώπιον

(+ birtokos eset) között

μεταξύ

(határozott névelő) a, az

ο, η, το

... belül honnan jöttél?

από που συγκεκριμένα ... είσαι;

... perc múlva ott leszek

θα είμαι εκεί σε ... λεπτά

a két épület között

ανάμεσα στα δύο κτίρια / μεταξύ των δύο κτιρίων

a lakás az iroda fölött van

το διαμέρισμα είναι πάνω από το γραφείο

a szabadságért vívott harc

ο αγώνας για την ελευθερία

a szobához megosztott fürdőszoba tartozik

το μπάνιο μοιράζεται με κάποιο ακόμη δωμάτιο

a tolvaj bedugott egy ikont a kabátja alá

ο κλέφτης έχωσε μία εικόνα κάτω από το παλτό του

adott

δεδομένο◼◼◼

χορηγηθείσα◼◻◻

δεδομένος◼◻◻

παρασχεθείσα◼◻◻

12

Korábban kerestél rá